one

one

κιοσσές

κιοσσές

Μαρία Παπουτσή

Μαρία Παπουτσή

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Ο έρωτας και ο θάνατος στην ποίηση και στα τραγούδια του Πόντου

«Το τραγούδι της  Πήνο στη Βυρώνεια»

  Μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922 και την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μάνα Ελλάδα ο Πόντιος πρόσφυγας εξιδανικεύει τα αισθήματα της καθημερινής του έκφρασης. Οι καημοί, ο έρωτας, ο θάνατος, ο πόνος, η χαρά και η ξενιτειά γίνονται  τραγούδι:
     _ Και ντ’ έπαθες, χαμόμηλον και στέκεις μαραιμένον
         γιάμ’ η ρίζα σ’ εδίψασεν, γιάμ’ ο καρπός σ’ ελλάεν,
        γιάμ’ ασά χαμηλόκλαδα σ’ κανέναν εζαλίεν;
     _Νιά η ρίζα μ’ εδίψασεν, νιά ο καρπό μ’ ελλάεν,
        νιά ασά χαμηλόκλαδα μ’ κανένα εζαλίεν.
        Έναν κορίτσ’ κι έναν παιδίν ση ρίζα μ’ εφιλέθαν
        κι εποίκαν όρκον κι όμνισμαν, να μη εφτάν’ χωρισίαν,
        ατώρα εχωρίγανε, γιάμ’ έχω ασό κρίμαν!;
 Με τη Μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή Πόντιοι μετά από περιπλανήσεις εβδομάδων στον Πειραιά, στην Κέρκυρα και στη Θεσσαλονίκη, ζητώντας να βρουν βουνό και νερό για να αποφύγουν την ελονοσία, καταλήγουν  σιδηροδρομικά στο Σταθμό Χατζή Μπεϊλίκ, από το Κιουμούς Ματέν Χατζήκιοϊ 152 οικογένειες (474 άτομα περίπου) το 1922, 80 οικογένειες (238 άτομα) από το Ακδάγ Ματέν το 1924, και 70 οικογένειες (280 άτομα) από την περιοχή Koskoy της Νικόπολης του Πόντου το 1923. Στο Σταθμό μένουν 5 οικογένειες  και άλλες 5 οικογένειες φεύγουν στην περιοχή της Μασσαίας.
Οι πρόσφυγες από το Κιουμούς Ματέν και το Ακδαγ Ματέν κτίζουν τα πλινθόκτισα σπίτια τους στην περιοχή της Άνω Βυρώνειας και οι πρόσφυγες από την Νικόπολη στην περιοχή Κεσισλίκ (Αετοβούνι). Στην περιοχή της Άνω Βυρώνειας οι πρόσφυγες συναντούν 6 οικογένειες (24 άτομα) προσφύγων από τη Θράκη και 10 οικογένειες Βλάχων (50 άτομα) που είχαν εγκατασταθεί από την Ράμνα. Με τη Συνθήκη της Λωζάνης αποχωρούν και οι τελευταίοι Βούλγαροι και Μωαμεθανοί της περιοχής στο τέλος του 1924. Οι αρχές του χωριού το 1924 αποφασίζουν να τιμήσουν το Λόρδο Βύρωνα και μετονομάζουν το χωριό σε «Βυρώνεια».
     Μία τέτοια οικογένεια από το Άκδαγ Ματέν ήταν η οικογένεια του Ναζηρίδη Χαράλαμπου (Μαχσέφ) και της γυναίκας του Ναζηρίδου Μαγδαληνής (Μακάρ). Ο Χαράλαμπος χάθηκε στον Πόντο στα Τάγματα εργασίας το 1920 και η γυναίκα του Μαγδαληνή  με τα πέντε παιδιά της το  1924 αφού περιπλανήθηκαν στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στην Άνω Βυρώνεια.
      Στον Πειραιά η ζωή ήταν πολύ δύσκολη. Ζούσαν σε περιφραγμένο τμήμα του λιμανιού σε αντίσκηνα. Οι χαρακτηρισμοί «Τουρκόσποροι», «αούτοι» καθημερινά ήταν «πληγές» στις ψυχές των προσφύγων. Ο μεγάλος αδελφός ο Παύλος γιός της Μαγδαληνής  (Παύλεκας) αλλάζει το επίθετό του σε Παυλίδης για να μπορέσουν να πάρουν δύο βοηθήματα από τις  Αμερικάνικες ομάδες βοήθειας. Γι αυτό το λόγο τα αδέλφια είχαν δύο επίθετα. Την οικογένεια της Ναζηρίδου Μαγδαληνής λοιπόν αποτελούσαν ο Παυλίδης Παύλος (Παύλεκας), ο Ναζηρίδης Πέτρος (Πέτρακας), η Ναζηρίδου Αμανατίδου Σοφία (Σοφίκ), η Ναζηρίδου Μαρία, η Ναζηρίδου Πηνελόπη (Πήνο). Είχαν και ένα έκτο αδελφό τον Ναζηρίδη Ισαάκ που χάθηκε στο Πόντο. Όταν ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στη Βυρώνεια το 1924 έμειναν σε αντίσκηνο. Η Επιτροπή Αποκατάστασης  Προσφύγων τους παραχώρησε κάποια ξύλα για την παράγκα που έκτισαν στο νότιο τμήμα του χωριού κοντά στη γέφυρα, και μία αγελάδα για να έχουν γάλα για τα μικρά παιδιά.

     Η Ελισάβετ Παυλίδου – Αφατίδου (Λισάφ) η κόρη του Παύλεκα και ανηψιά της Ναζηρίδου Πηνελόπης, με πολύ γλαφυρό τρόπο, μου διηγήθηκε όσα δυσάρεστα επακολούθησαν στην οικογένεια της Ναζηρίδου Μαγδαληνής από την εγκατάσταση τους στη Βυρώνεια. «Η Πήνο εγενέθεν σον Πόντο το 1911 η 1912 και έτον το μικρότερον παιδίν της Μακάρ. Η Πήνο έτον έμορφον κορίτσ’, μελαχροινή, ψηλέσα άμον κυπαρίσ, με κόκκινα τσαγκία, πούλιμ, είκοσι χρονών έτον όταν εποίεν απέσ’ σην κάμαραν και πήρεν το φαρμάκ’».
      Επειδή η Ποντιακή διάλεκτος είναι δύσκολη προσπάθησα να μεταφέρω την διήγηση στη νεοελληνική δημοτική για να διευκολύνω στην κατανόησή της. Η Ναζηρίδου Ελισάβετ σήμερα είναι 90 χρονών.
      Δύσκολοι καιροί για τους Πόντιους πρόσφυγες της Βυρώνειας. Η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων δεν ήταν δυνατό να εκπληρώσει το χρέος της, διότι το Ελληνικό κράτος  βγήκε κατεστραμένο από την εκστρατεία στη Μικρά Ασία και δεν είχε ούτε χρήματα ούτε τις αντίστοιχες  κοινωνικές, οικονομικές δομές για να αντιμετωπίσει το προσφυγικό πρόβλημα. Οι πρόσφυγες επέλεξαν βουνό και νερό για να αποφύγουν τα υγρά μέρη που τα θέριζε η ελονοσία. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες, είχαν πολλά προβλήματα λιγότερα όμως από τα προβλήματα των προσφύγων των αστικών περιοχών. Καθυστερούσε όμως η διανομή κλήρων και οικοπέδων και επειδή δεν υπήρχε άλλη επαγγελματική διέξοδος, πολλοί Βυρωνειώτες συχνά αναγκαζόταν να πηγαίνουν στην Κατερίνη να μαζεύουν καπνά για αρκετό χρονικό διάστημα.
      Έτσι κυλούσε η ζωή στους πρόποδες του Μπέλλες. Η Πηνελόπη μεγάλωνε έγινε δεκακτώ χρονών. Παροιμιώδης ήταν η ηρεμία και η καλοσύνη της. Πλούμιζαν το κορμί της μεστωμένες οι χάρες και οι ομορφάδες. Όσο μεγάλωνε μάγευε τους νέους του χωριού. Εκείνη όμως τόξευσε με το βέλος στην αχίλλειο πτέρνα του Γιάννη Ζαρπίδη του Ταχουρτσή. Ήταν ένας μεγάλος έρωτας που κράτησε δύο ή τρία χρόνια μέχρι την παραμονή του αρραβώνα που δεν έγινε ποτέ το καλοκαίρι του 1932.
      Αντίθετοι σε αυτόν τον έρωτα ήταν η μάννα της Πηνελόπης η Μαγδαληνή και τα δύο μεγάλα αδέλφια ο Παύλεκας κι ο Πέτρακας. Πίστευαν ότι η Πήνο θα υπέφερε, γιατί οΤσαχουρτσής απέφευγε την εργασία!!  Ούτε είχε τα χρήματα για να στήσει μια καλή οικογένεια. Οι όποιες αντιρρήσεις υπήρχαν με το χρόνο μαλάκωσαν και η αρχηγός της οικογένειας η Μακάρ σο «ψαλάφεμαν» έδωσε τον «λόγο» στον προξενητή τον Τοσουνίδη Θεόδωρο και σο «λογόπαρμαν» όρισαν και την μέρα του αρραβώνα.
           …Και τα ρασιά εθάρρεσαν έχνε χαράν και γάμον
            Και τα πουλέ εθάρρεσαν πάνε σο πανοΰριν
            Και εκείνα επαρεξέγκανε την Πήνον ήν σον Άδην…
      Ο αρραβώνας «τα σουμάδε» στον Πόντο ήταν από τα πιό ωραία έθιμα. Γινόταν συνήθως Σάββατο βράδυ, στο σπίτι της νύφης. Τη συγκεκριμένη μέρα την όριζαν στο «λογόπαρμαν». Το σούρουπο ο γαμπρός, οι γονείς του, ο κουμπάρος, οι στενοί συγγενείς και φίλοι του, ο προξενητής και ο ιερέας με όργανα (λύρα, νταούλι και ζουρνά) πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Στην αρχή μιλούσαν (καλάτσευαν) για το «σουμάδεμαν» και στη συνέχεια πρόσφεραν τα δώρα (σουμάδε). Στο Ακδαγ Ματέν οι γονείς του γαμπρού τοποθετούσαν σ’ ένα τραπέζι, στη μέση του δωματίου, δύο χρυσά η ασημένια δαχτυλίδια, ένα φέσι χαμηλό (ταμπλά) γυναικείο για την κόρη, ένα «κουβράχ» («γιαζμά», κάλυμμα της κεφαλής με χρωματιστά κλαδιά), που χρησίμευε για να τυλίγει το φέσι γύρω στο μέτωπο και τρία γρόσια δώρο σε εκείνον που εξυπηρετούσε την ώρα εκείνη τη συντροφιά. Μετά το φαγητό και τον χορό αναχωρώντας ο γαμπρός δώριζε γρόσια στη μνηστή του και στις  «ελεύθερες» γυναίκες της οικογένειας.
    
  Έτσι ορίστηκε για το καλοκαίρι του 1932 η ωραία αυτή μέρα. Την παραμονή συγγενείς μαζεύτηκαν στο σπίτι της νύφης και άρχισαν τις ετοιμασίες για τον αρραβώνα.
      Σκοτείνιασε και ένας Βυρωνειώτης ζητά να μιλήσει την Πηνελόπη. Ο παράξενος επισκέπτης είναι έξω από το παράθυρο και η Πηνελόπη σκυμμένη από μέσα τον ακούει προσεκτικά. Η μάνα Μαγδαληνή βλέπει την κόρη της να συζητά χαμηλόφωνα και έχει μια μικρή ανησυχία. Το πρόσωπο της Πήνο είναι σκοτεινό, απομακρύνεται βιαστικά από το παράθυρο και κλείνεται στο υπνοδωμάτιό της. Κάτι πίνει. Η θεία της, που ήλθε από την Καρπερή και κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο, δεν αντιλαμβάνεται τίποτα. Όταν οι πόνοι γίνονται  αφόρητοι είναι πλέον αργά. Η Πηνελόπη αυτοκτόνησε, έφυγε για πάντα Σκιά χιμαιρική, το αγύριστο ταξίδι για τα Ηλύσια του Ομήρου, για τ’ άυλα νησάκια των ψυχών, το αιώνιο αραξοβόλι. Δεν μπόρεσε ν’ αντέξει την άρνηση του Γιάννη Ζαρπίδη παραμονή του αρραβώνα. Τα γεγονότα που επακολούθησαν τον επόμενο χρόνο με την παντρειά του Τζαχουρτσή και για κάποια υποσχόμενα χρήματα έλυσαν το μίτο της Αριάδνης.
        Την επόμενη μέρα το απόγευμα ορίστηκε η ώρα της ταφής. Ο Πόντιος ποιητής Πόλυς Χάιτας πολύ γλαφυρά παρουσιάζει «το σήκωμα του πεθαμένου»:
                       …και σο ταφίν εμούν απάν’ εσύ μοιρολογάς μας
                          Και λές … και κλαίς… και χαίρεσαι…
         Η Δέσποινα Τοσουνίδου- Ουσταμπασίδου παίζοντας ούτι και ο αδελφός του Γιάννη Ζαρπίδη ο Σάββας τραγουδώντας με όλο το χωριό «σήκωσαν» την Πηνελόπη:
                            Τι έχεις Πηνελόπη μου και μέρα νύκτα κλαις
                            Και μένα τη μανούλα σου γιατί δε μου το λες.
                            Τι να σου πω μανούλα μου τι να σε διηγηθώ
                            Από σεβτά δεν ξέρεις κ’ από κρυφό καημό.  
                             Πες μου τον Πηνελόπη μου και ποίον αγαπάς 
                            Εγώ θα σου τον δώσω με όλη μου την καρδιά.
                            Μάνα μ’ δεν είναι ξένος δεν είναι μακρινός
                            Μόνο είναι ο Γιαννάκης της  Δέσποινας ο γιός.  (δις)
                             Καλύτερα κορίτσι μου νεκρή για να σε δω
                             Παρά γαμπρό να κάνω της Δέσποινας το γιό.  (δις)
                             Η κόρη λυπημένη μπαίνει στη κάμαρά της
                             Παίρνει φαρμάκι πίνει και φαρμακώνεται.
                            Κι εβόεσαν τα σύμπαντα κι γη εσυνταράεν
                             Κι ασά συνταράγματα ενοίεν τ’ Άδ’ η πόρτα
                             Σον Άδ’ έσον σουμαδεμέν’ η έμορφα νυφαδόπα
                             Τα στράτας  ατ’ς  τραντάφυλλο, η δέβα τσ μανουσιάκια
                             Κι ο ύπνος ατ’ς  γλυκύς  γλυκύς, άμον τα τραγωδίας.
     Η κηδεία έγινε στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και η ταφή της στο διπλανό κοιμητήριο της Άνω Βυρώνειας. Αρκετά χρόνια το τραγούδισαν οι Βυρωνειώτες  για να θυμούνται το «τριαντάφυλλο της άνοιξης» την Πήνο. Πολλά χρόνια πέρασαν για να φύγει το βάρος  από την οικογένεια. Η θεία μου Αναστασία Καρακολτζίδου θυμήθηκε το τραγούδι  λίγες μέρες μετά το θάνατο της Μάνας μου τα Χριστούγεννα του 2002, το τραγούδησε με εκείνον το χαρακτηριστικό της τρόπο και το κατέγραψε ηλεκτρονικά ο Ηλίας Τσακιρίδης.


ΤΣΑΚΙΡΙΔΗΣ ΠΑΥΛΟΣ      

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου