one

one

κιοσσές

κιοσσές

Μαρία Παπουτσή

Μαρία Παπουτσή

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Σκληροί, στυμμένοι σαν λεμονόκουπες


Στρατής Μπαλάσκας

Το Δεκέμβριο του 1998, δυο ακριβώς χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, το γνωστό «πόλεμο σημαιών», μετά από μια εκδήλωση της Ένωσης Σύγχρονων Τούρκων Δημοσιογράφων για τα 50 χρόνια από την υπογραφή της Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τζεσούρ Οσέρτ.


Τον έναν από τους τρεις δημοσιογράφους της εφημερίδας «Χουριέτ» που εκείνο τον Ιανουάριο του 1996, πριν 17 ακριβώς χρόνια, έφεραν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο χειρότερο σημείο από το 1974. Τότε καταφέραμε να πάρουμε από τον κ. Οσέρτ μια συνέντευξη. Την πρώτη και μόνη που δόθηκε από τους πρωταγωνιστές της κρίσης σε ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Τον κ. Οσέρτ τον ξανασυναντήσαμε. Εργαζόμενο σε μέσα ενημέρωσης, πάντα όμως να «πλαγιοκοπεί» θέματα ελληνοτουρκικών σχέσεων. Λίγοι ξέρουν ότι ο «σκληρός» των Ιμίων βρέθηκε με βίζα που του δόθηκε από την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Άγκυρα, με πρέσβη τότε το σημερινό βουλευτή του ΛΑΟΣ τον κ. Γιάννη Κοραντή, στη Σάμο, καλύπτοντας την πολυσυζητημένη συνάντηση Παπανδρέου - Τζεμ. Ακόμα πιο λίγοι ξέρουν ότι ο Οσέρτ φωτογράφισε το γνωστό και… πολυκατηγορημένο ζεϊμπέκικο του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών υπό τους ήχους των χειροκροτημάτων του Ισμαήλ Τζεμ και όχι μόνο…


Το 2007 στη Σμύρνη, στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Δικτύου «Θεοδωράκεια» για την προσέγγιση των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, οι ελάχιστοι που ήξεραν ήρθαν 11 χρόνια μετά τα Ίμια «πρόσωπο με πρόσωπο» με έναν άλλο πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Τον Αϊκούτ Φιράτ. Το δεύτερο της παρέας των τριών, μεσήλικα πια, με άσπρα αραιά μαλλιά, να προσπαθεί να επιβιώσει βγάζοντας φωτογραφίες που στη συνέχεια πουλούσε στο δήμαρχο Σμύρνης. Ο σκληρός Αϊκούτ φωτογράφιζε στη Σμύρνη για ένα μεροκάματο, καλύπτοντας μια εκδήλωση για την… ελληνοτουρκική προσέγγιση!  Το Δεκέμβριο του 1998 στη Σμύρνη συναντήσαμε τον Τζεσούρ Οσέρτ. Το διακρινόμενο από την κοτσίδα Τούρκο δημοσιογράφο στη γνωστή φωτογραφία του κατεβάσματος της ελληνικής σημαίας και της ύψωσης της τουρκικής στη βραχονησίδα. Ένα μέρος της συζήτησης δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1999 στην «Ελευθεροτυπία», αλλά δε διαβάστηκε ποτέ στη Μυτιλήνη, αφού οι πτήσεις της Ολυμπιακής εκείνη τη μέρα δεν έγιναν και οι εφημερίδες δεν έφθασαν ποτέ στο νησί. Λίγα χρόνια μετά, το 2005, στην επέτειο των οκτώ χρόνων από την κορύφωση εκείνης της κρίσης που έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα ενός πολέμου, η συζήτηση δημοσιεύτηκε στο «Εμπρός». «Εγώ ό,τι έκανα, το έκανα για μια είδηση δική μου στην πρώτη σελίδα. Έτρεμαν, όμως, τα πόδια μου όταν πολύ αργά, βλέποντας τους Τούρκους κομάντος να ξεκινούν για τα Ίμια, συνειδητοποίησα τι είχα κάνει. Σκεφτόμουνα συνέχεια ότι στα βιβλία της ιστορίας δεν είναι γραμμένοι οι χιλιάδες των νεκρών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά ο πρώτος που πυροβόλησε κι ο πυροβολισμός του αυτός είχε ως αποτέλεσμα την έκρηξη του πολέμου», είχε πει τότε.

Με τον «κοτσίδα»

Ο Τζεσούρ Οσέρτ τότε μάς είχε πει πως δε θέλει να είναι πια δημοσιογράφος. Σπούδαζε καλλιτεχνική φωτογραφία στο Πανεπιστήμιο της Σμύρνης και δεν ήθελε ούτε να θυμάται τις φωτογραφίες από τα Ίμια. «Που αν και κακές, έγιναν πρωτοσέλιδες»! Κοντοκουρεμένος και σαφώς αδυνατισμένος, μας περιέγραψε τα τραγικά γεγονότα.

«Όλα ξεκίνησαν», λέει «όταν με εντολή της διεύθυνσης της εφημερίδας τέσσερις δημοσιογράφοι τής “Χουριέτ” και του τηλεοπτικού σταθμού “Κανάλ Ντε” πήγαν στην Αλικαρνασσό για να καλύψουν το όλο θέμα που είχε αρχίσει να δημιουργείται ως αποτέλεσμα της τοποθέτησης ελληνικών σημαιών στο βράχο από κατοίκους της γειτονικής Καλύμνου. Στο χωριό Τουργκούτ Ρέις, ακριβώς απέναντι από τα Ίμια, προσπάθησαν να νοικιάσουν ένα σκάφος και με αυτό να περάσουν στο νησί. Λόγω κακοκαιρίας δεν τα κατάφεραν. Τότε ειδοποιήθηκαν άλλοι τρεις κι ανάμεσά τους κι εγώ.» «Μου είπαν να πάω στην εφημερίδα», λέει, «γιατί θα έφευγα για τα Ίμια. Πήγα εκεί και φύγαμε για το αεροδρόμιο “Μεντερές” της Σμύρνης, απ’ όπου θα πετούσαμε για τα Ίμια. Στην πόρτα της εφημερίδας ένα από τα στελέχη της εφημερίδας μού έδωσε μια μεγάλη σημαία και μου ζήτησε να προσπαθήσουμε να κατεβούμε στα Ίμια και να βγάλουμε φωτογραφίες με τη σημαία αυτή. Αυτό ήταν όλο.»

Το ταξίδι ήταν πρωτόγνωρο. Στο Αιγαίο, σύμφωνα με τον πιλότο του ελικοπτέρου, σε όλη τη διάρκεια της μιας ώρας πτήσης φυσούσαν άνεμοι έντασης 30 κόμβων κι είχε δυνατές αναταράξεις. Στο ελικόπτερο, εκτός από τον πιλότο, ήταν ο κάμεραμαν, ο δημοσιογράφος τού «Κανάλ Ντε» κι ο Τζεσούρ Οσέρτ. Και φυσικά το νησί ήταν άγνωστο στους τρεις τουλάχιστον από τους επιβαίνοντες στο ελικόπτερο. Στους τρεις, γιατί ο τέταρτος, ο πιλότος του ελικοπτέρου, ήξερε το νησί. «Δεν ξέρω», λέει, «αν ήταν πιλότος της αεροπορίας του στρατού ή πολίτης. Ξέρω μόνο πως ήξερε καλά πού είναι το νησί, καθώς επίσης κι ότι τις μέρες της κρίσης κέρδισε τόσα πολλά χρήματα, που αμέσως μετά παράτησε τα ελικόπτερα. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη και άνοιξε ένα ανταλλακτήριο χαρτονομισμάτων. Πρέπει να είναι και ο μόνος που πλούτισε από αυτήν την ιστορία.»


Σε ελικόπτερο δεν είχε ξαναμπεί στη ζωή του. «Κάποια στιγμή», συνεχίζει, «το νησί φάνηκε. Ο πιλότος μάς είπε ότι παρά τον αέρα και τις αναταράξεις θα προσπαθήσει να κατεβεί. Όταν ο πιλότος», λέει, «έφθασε κοντά στο έδαφος, είδαμε ότι η σημαία ήταν ελληνική. Ήταν ανεβασμένη στον έναν από τους δυο ιστούς. Δίπλα ήταν ένα δεύτερος άδειος ιστός. Το αίμα μας σταμάτησε να κυλά. Του είπαμε να κατεβεί οπωσδήποτε. Επί δέκα λεπτά προσπαθούσε να προσγειώσει το ελικόπτερο. Κατέβηκε σχεδόν δίπλα από τα κοντάρια. Σα στρατιώτες πεταχτήκαμε από μέσα. Με αναμμένη τη μηχανή του ελικοπτέρου, με τον έλικα να γυρίζει... Λειτουργούσαμε σα στρατιωτικό απόσπασμα. Μέχρι και σήμερα αναρωτιέμαι γιατί... Βγάλαμε γρήγορα την ελληνική σημαία, την έβαλα μάλιστα εγώ στην τσέπη μου, βάλαμε την τουρκική, που και πάλι είχα μαζί μου εγώ. Στο νησί μείναμε επτά ή οκτώ λεπτά όλα κι όλα. Φωτογραφηθήκαμε εκ περιτροπής όλοι...»

Χωρίς άλλη ερώτηση, ο «σημαιοφόρος» συνέχιζε να μιλά. Μόνο που τώρα δεν αναφέρονταν σε γεγονότα. Απολογιόταν θαρρείς... «Δεν ήξερα ότι στο νησί υπήρχε ελληνική σημαία. Κανείς δε μας το είχε πει. Αλλά και κανείς δε μας είπε να βγάλουμε την ελληνική σημαία. Μας είπαν μόνο να βγούμε φωτογραφίες με την τουρκική σημαία. Αλήθεια σας λέω... Εμείς τουλάχιστον δεν πήραμε εντολές για αυτές τις ενέργειές μας από κανέναν. Ούτε από το κράτος, ούτε από το στρατό, ούτε από την εφημερίδα.»

Όλη κι όλη η δημοσιογραφική αποστολή στα Ίμια κράτησε περίπου δυόμισι ώρες. «Στην επιστροφή», συνεχίζει, «τηλεφωνήσαμε στην εφημερίδα και είπαμε πως στο νησί υπήρχε και μια ελληνική σημαία που πήραμε μαζί μας. Άκουσα το συνάδελφο με τον οποίο μιλούσα να αναγγέλλει δυνατά το γεγονός. Άκουσα τους άλλους να φωνάζουν, να χορεύουν πάνω στα τραπέζια. Η εφημερίδα επιτέλους την επόμενη μέρα θα είχε μια μεγάλη είδηση. Ένα δυνατό πρωτοσέλιδο. Για μια στιγμή, αδιόρατα σχεδόν, σκέφτηκα μπας και ήμουν ηθοποιός σε μια κωμωδία. Σήμερα σκέφτομαι ότι τούτη η τραγωδία θα μπορούσε εύκολα να είναι απλά μια κωμωδία. Ή τελικά δεν είναι παρά μια κωμωδία;»

Σημειώσαμε το χαρακτηρισμό της κωμωδίας σε τούτη την ιστορία που ξετύλιγε σκηνή-σκηνή, σαν πολύπειρος σεναριογράφος, ο Τζεσούρ Οσέρτ. Κι η σημαία των Ιμίων; «Τη σημαία», λέει, «την έφερα μαζί μου εγώ. Μου την πήραν, την έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη για τις ανάγκες του ρεπορτάζ τού “Κανάλ Ντε” και μετά μου επιστράφηκε. Είχα πάντως από την πρώτη στιγμή την άποψη πως δεν πρέπει να κάνουμε λάθος με τη σημαία. Είπαμε να την πάμε πίσω στον Έλληνα πρόξενο της Σμύρνης, αλλά δεν τη δέχτηκαν. Υπάρχει, είπαν, κάποια ιδιαίτερη διαδικασία σε τέτοιες περιπτώσεις· εμείς πήγαμε με τις κάμερες κιόλας να τη δώσουμε πίσω... Η σημαία τελικά στάλθηκε πίσω στο “Κανάλ Ντε” και πιστεύω πως τώρα πρέπει βρίσκεται εκεί...» Η ιστορία των Ιμίων πλησίαζε στη δεύτερη κορύφωσή της.

 «Έτρεμαν τα πόδια μου…»

Βράδυ 30 προς 31 Ιανουαρίου. Ο πρωταγωνιστής της κρίσης των Ιμίων, ο άνθρωπος που με την πράξη του είχε μαζέψει σε μια τόσο μικρή λωρίδα θάλασσας τόσο πολύ στρατό, κοιμόταν. Αποδείχθηκε, όμως, πως κάποιοι παρακολουθούσαν την αρχή ενός πολέμου τρώγοντας φρέσκο ψάρι σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα με φόντο τα Ίμια! «Μετά τα μεσάνυχτα», είπε ο Τζεσούρ Οσέρτ, «μου χτύπησαν την πόρτα. Το αφεντικό τής “Χουριέτ” είχε στείλει τον οδηγό του να μας πει ότι ο στρατός ξεκίνησε. Αυτός έμαθα αργότερα ότι έτρωγε σε μια ταβέρνα του Γκιουμουσλούκ. Ένα τουριστικό μέρος κοντά στα Ίμια. Εκεί είδε ότι στην ακτή είχαν έρθει καταδρομείς και ετοιμάζονταν να φύγουν για τα Ίμια. Από την ταβέρνα είχε δει την αρχή του πολέμου. Σε λίγα λεπτά κι εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι δημοσιογράφοι, ήμασταν εκεί.

Κάποιοι παρακολουθούσαν την αρχή του πολέμου και κάποιοι άλλοι είχαν φύγει για την Αλικαρνασσό να χορέψουν... Βρέθηκα μπροστά σε καταδρομείς που μου θύμιζαν το Ράμπο. Ο στρατηγός που ήταν εκεί στην ακτή, μάζεψε όλους τους δημοσιογράφους και μας είπε πως αν αγαπάμε την πατρίδα, δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε φλας φωτογραφίζοντας τους καταδρομείς, για να μην δει τις αναλαμπές στο νησί ο εχθρός. Ήταν περίπου 12 τα μεσάνυχτα. Φωτογραφίσαμε χωρίς φλας. Όταν οι καταδρομείς μπήκαν στα σκάφη τους και ξεκίνησαν, τηλεφώνησα στο σπίτι μου και είπα «έγινε πόλεμος». Τότε, αλήθεια, μόνο τότε κατάλαβα σε τι ιστορία είχα μπλέξει. Έτρεμαν τα πόδια μου. Σκεφτόμουν συνέχεια ότι στα βιβλία της ιστορίας δεν είναι γραμμένοι οι χιλιάδες των νεκρών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά ο πρώτος που πυροβόλησε κι ο πυροβολισμός του αυτός είχε ως αποτέλεσμα την έκρηξη του πολέμου. Στην περίπτωση αυτή, τον πρώτο πυροβολισμό τον είχα ρίξει εγώ με το κυνήγι της είδησης. Εκείνη την ώρα δεν υπήρχε πρώτη σελίδα. Υπήρχε μόνο πόλεμος. Ζούσαμε την αρχή ενός πολέμου...»

Η ιστορία των Ιμίων τελείωνε. Ή τουλάχιστον ό,τι είδε με τα μάτια του ο Τζεσούρ Οσέρτ. Κι οι νεκροί; Τα Ίμια δεν τέλειωσαν με απειλές σύγκρουσης. Τέλειωσαν με τρεις νεκρούς από ελληνικής πλευράς. «Δεν ήθελα», λέει, «να συμβεί τίποτα από ό,τι έγινε. Αλλά δεν έκανε και κανείς τίποτα να μας σταματήσει. Τίποτα δεν ήταν προγραμματισμένο. Οι τρεις νεκροί δε σκοτώθηκαν επειδή εγώ έριξα το ελικόπτερο. Αυτοί ήταν μέρος ενός παιχνιδιού;» Είναι ο πόλεμος παιχνίδι; Τον αποχαιρετάμε. «Ήθελα να μιλήσω», μας λέει. «Και ήθελα να μιλήσω σε Έλληνα. Θέλω να σου πω πως απ’ ό,τι είπα δεν είναι τίποτα ψέματα. Πιστέψτε με.» Θυμηθήκαμε αυτό που είχαμε σημειώσει. Το ότι ο Τζεσούρ Οσέρτ είχε χαρακτηρίσει κωμωδία την ιστορία των Ιμίων. Του το λέμε. «Κάθε ταινία», απαντά, «έχει δραματικές στιγμές. Ακόμα κι οι κωμωδίες. Πόσες θα είναι οι δραματικές στιγμές δεν το αποφασίζουν οι πρωταγωνιστές. Οι παραγωγοί κι οι σκηνοθέτες το αποφασίζουν.»
Ξανά μπροστά μας…

Ο Τζεσούρ Οσέρτ επέστρεψε στη δημοσιογραφία στις αρχές τού 2001. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, σα να μην έτρεχε τίποτα (προπάντων για την ελληνική πλευρά, που έσπευσε να του εκδώσει και θεώρηση διαβατηρίου), ήλθε στην Ελλάδα για να απαθανατίσει αυτήν τη φορά το ιστορικό ζεϊμπέκικο του Γιώργου Παπανδρέου, παρουσία του μακαρίτη πια υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Ισμαήλ Τζεμ και του πρώην υπουργού Αιγαίου Νίκου Σηφουνάκη, στην ιστορική τότε επίσκεψη των υπουργών στη Σάμο και στη συνέχεια στο Κουσάντασι. Τον συναντήσαμε στη Σάμο όπου κάλυπτε για λογαριασμό του συγκροτήματος «Ντογάν» (DHA). Μας δήλωσε απλά: «Θέλω και μόνο να κάνω τη δουλειά μου. Και νιώθω πολύ περίεργα που μου επέτρεψαν την είσοδο. Μέχρι που πέρασα από το τελωνείο στη Σάμο, ένιωθα ότι με το που θα πατούσα το πόδι μου στην Ελλάδα, θα με συνελάμβαναν.»

Ως γνωστόν, βέβαια, ουδέποτε... συνελήφθη. Αντιθέτως, είχε απλωθεί γύρω του ένας διακριτικός προστατευτικός ιστός, τέτοιος που θα του επέτρεπε να εργασθεί χωρίς κανένα πρόβλημα, αλλά και ο οποίος θα απέτρεπε τη δημιουργία του όποιου προβλήματος θα του δημιουργείτο σε περίπτωση αναγνώρισής του. Πάντως, για να πούμε την αλήθεια, ο Τζεσούρ Οσέρτ ήταν πραγματικά αδύνατον να αναγνωρισθεί. Από τον παχουλό νεαρό με την κοτσίδα των Ιμίων τού ‘96 δεν είχε μείνει παρά ένας αδύνατος κοντοκουρεμένος 30άρης και βάλε, με γκρίζους κροτάφους και μια μεγάλη άσπρη τούφα πάνω από το μέτωπό του. Σε αντίθεση με όλα τα άλλα μέλη της δημοσιογραφικής αποστολής, με το που τέλειωνε τη δουλειά του, αρνιόταν να βγει στους δρόμους του Πυθαγόρειου, αλλά επέστρεφε στο ξενοδοχείο.

Αυτός ο «απομονωτισμός», όμως, του βγήκε σε καλό. Το πρώτο βράδυ της συνάντησης Παπανδρέου - Τζεμ στο ξενοδοχείο «Δόρισα», η ελληνική πλευρά παρέθετε δείπνο προς τιμή της τουρκικής αντιπροσωπείας. Όλα έδειχναν πως θα ήταν μια απλή βραδιά χωρίς ειδήσεις. Αποτέλεσμα, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι να επιλέξουν να κατέβουν στο Βαθύ. Οι περισσότεροι Έλληνες και Τούρκοι δημοσιογράφοι. Με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ανάμεσά τους, ο Τζεσούρ Οσέρτ. Ο οποίος και έσπευσε να φωτογραφίζει το γνωστό και… πολυκατηγορημένο ζεϊμπέκικο του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών υπό τους ήχους των χειροκροτημάτων του Ισμαήλ Τζεμ και όχι μόνο…
Με το «χοντρό»

Το 2007 στη Σμύρνη συναντήσαμε τον Αϊκούτ Φιράτ. Το δεύτερο της παρέας των Ιμίων. Άσπρα αραιά μαλλιά, φωτογράφιζε στα «Θεοδωράκεια» το δήμαρχο Σμύρνης για ένα κομμάτι ψωμί. Ο σκληρός, ο «χοντρός» όπως το έλεγαν, με ένα τριμμένο πουκάμισο κι ένα παλιό δερμάτινο χωρίς γραβάτα, που δεν είχε στερηθεί μήδε πάνω στο βράχο των Ιμίων, μπροστά μας!

Η λαμπερή καριέρα που νόμισε πως του επεφύλασσε η προβοκατόρική του πρακτική, δεν ήρθε ποτέ… Τον πλησιάσαμε, τον ρωτήσαμε για εκείνο το συμβάν. Άλλαξε χρώμα, πανικόβλητος ψέλλισε κάτι σαν «δε θέλω να θυμάμαι, δε θέλω να πω τίποτα…». Άλλαξε τραπέζι και καρέκλα να μην τον βλέπουμε και κάποια στιγμή έφυγε τρέχοντας. «Στυμμένος σα λεμονόκουπα», χωρίς δουλειά, στην άκρια της ζωής που τον πέταξαν όσοι τον χρησιμοποίησαν τότε. Μάθημα ζωής για όλους τους υπόλοιπους στην Τουρκία, αλλά, και γιατί όχι, στην Ελλάδα! Οι άνθρωποι περνούν και φεύγουν. Το Αιγαίο μένει κι οι καταγραφές κύκλων ζωής πρωταγωνιστών μιας ιστορίας που κινδύνευσε να γεμίσει τη θάλασσα με πτώματα… Κι όλα ετούτα σε 23 μόλις χρόνια.

Πηγή: stonisi.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου